Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ
Γιατί επιδιώκεται η συγχώνευση - κατάργησή τους

 
Η συζήτηση για το ρόλο των δημόσιων βιβλιοθηκών έχει αναζωπυρωθεί το τελευταίο διάστημα με αφορμή την πρόθεση της κυβέρνησης να συγχωνεύσει - καταργήσει 46 δημόσιες βιβλιοθήκες. Βουλευτές διαφόρων πολιτικών χώρων -ανάμεσά τους και κομμάτων που συγκυβερνούν- καταθέτουν Ερωτήσεις στη Βουλή, οι οποίες χαρακτηρίζονται ενίοτε από πάθος για τη γνώση που θα απειληθεί από τη διαδικασία των καταργήσεων - συγχωνεύσεων.
Χωρίς καμία διάθεση αμφισβήτησης των καλών προθέσεων αυτών των ανησυχιών πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αγγίζουν την ουσία του ζητήματος. Η οποία αναδεικνύεται με σαφή και περιεκτικό τρόπο σε μια από τις πολλές Ερωτήσεις του ΚΚΕ για τη διάσωση δημόσιων βιβλιοθηκών, στην προκειμένη περίπτωση για την Ιακωβάτειο Δημόσια Βιβλιοθήκη Ληξουρίου Κεφαλονιάς που κατατέθηκε στις 26/6.
Στην Ερώτηση αυτή συμπυκνώνεται το βασικό πρόβλημα και η αιτία του ως εξής: «(...) Είναι προφανές ότι όλος ο θησαυρός της γνώσης και του πολιτισμού που βρίσκεται στην Ιακωβάτειο, όπως και στις άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες, επιδιώκεται να παραδοθεί στο ιδιωτικό κεφάλαιο με διάφορους τρόπους και μορφές (μεταξύ άλλων και μέσω Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων). Μεθοδεύεται συστηματικά η συρρίκνωση και η χειροτέρευση των όρων πρόσβασης του λαού και των παιδιών του στις Βιβλιοθήκες και στα Μουσεία. Είναι ενδεικτικό ότι η Ιακωβάτειος επιχορηγείται μόνο με 8.000 ευρώ. Πέρα από τ' άλλα τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του πολύτιμου ιστορικού αρχειακού και άλλου υλικού.

Η πολιτική κυβέρνησης - ΕΕ - μονοπωλίων, είτε εκφράζεται με το άμεσο κλείσιμο και την ιδιωτικοποίηση είτε με τη μορφή της λειτουργίας των Βιβλιοθηκών ως αποκεντρωμένων ανταγωνιστικών μονάδων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, είναι σε διαμετρική αντίθεση με τις ανάγκες του λαού και της νεολαίας για μόρφωση και πολιτισμό. Σε συνθήκες καπιταλισμού, οι Βιβλιοθήκες απαξιώνονται πλήρως ως πνευματικός και πολιτιστικός θεσμός του τόπου και μετατρέπεται σε εμπόρευμα προς πώληση το πολύτιμο ιστορικό, πνευματικό υλικό τους».
Πώς πρέπει να υπάρχουν και να λειτουργούν οι δημόσιες βιβλιοθήκες; «Οι σύγχρονες ανάγκες σε ποιοτικό, προσβάσιμο δωρεάν βιβλίο, σε προσβάσιμο αρχειακό και μουσειακό υλικό διευρύνονται. Αυτό σημαίνει ότι οι Δημόσιες Βιβλιοθήκες έπρεπε να στηρίζονται ουσιαστικά για να επιτελούν το ρόλο τους. Να είναι πλήρως εξοπλισμένες, να διαθέτουν επαρκές προσωπικό που θα έχει μόνιμη και σταθερή εργασία. Να υπάρχει πλήρης κάλυψη των λειτουργικών εξόδων και των εξόδων για εμπλουτισμό τους με βιβλία και άλλο απαραίτητο υλικό. Επιπλέον, θα έπρεπε οι Δημόσιες Βιβλιοθήκες να είναι άμεσα συνδεδεμένες με την Α΄βάθμια και Β΄βάθμια Εκπαίδευση, να αλληλοτροφοδοτούνται και να στηρίζουν πολύπλευρα την εκπαιδευτική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητη και η επαναλειτουργία των Σχολικών Βιβλιοθηκών».
Ο ολοκληρωμένος τρόπος που θέτει το ΚΚΕ το ζήτημα των δημόσιων βιβλιοθηκών παραπέμπει στην ανάλυσή του για τον βασικό στόχο του συνόλου της ασκούμενης πολιτικής της ΕΕ και του αστικού κράτους στον πολιτισμό και την παιδεία, που δεν είναι άλλος από την πλήρη εμπορευματοποίησή τους. Ενας από τους τρόπους επίτευξης αυτού του στόχου είναι η σύνδεση με την αγορά. Σε ανακοίνωσή του τον περασμένο Γενάρη, το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ σημείωνε, με αφορμή τις προτεινόμενες από το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΥΔΜΗΔ) καταργήσεις και συγχωνεύσεις 101 πολιτιστικών φορέων που εποπτεύονται και χρηματοδοτούνται από το υπουργείο Πολιτισμού, ότι «θα επιφέρουν συντριπτικό πλήγμα στον ήδη απαξιωμένο από την κυρίαρχη πολιτική τομέα του Πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς». Θα συνοδευτούν με μέτρα για την ελαχιστοποίηση της κρατικής χρηματοδότησης και τη διεύρυνση της ιδιωτικο-οικονομικής, επιχειρηματικής λειτουργίας τους, υποβάθμιση, συρρίκνωση και διάλυση υπηρεσιών απαραίτητων για τη συνέχεια και ανάπτυξη του πολιτισμού και του λαϊκού πολιτιστικού επιπέδου, μείωση του ήδη ανεπαρκούς προσωπικού τους.
Στο όνομα της κρίσης και του δημοσιονομικού ελλείμματος προελαύνει μια επιχείρηση εκσυγχρονισμού του αστικού κράτους, με σκοπό την πιο αποτελεσματική και επιτελική διαχείριση του Πολιτισμού σε όφελος των μονοπωλίων, που δεν αφορά μόνο την περίοδο της κρίσης. Οι στόχοι του νέου αυτού εγχειρήματος είναι, από τη μια, να εξοικονομηθούν δημόσιοι πόροι για τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης των μονοπωλίων από την κρίση και, από την άλλη, να διαπλατυνθεί ο δρόμος για την άμεση εμπλοκή και επένδυση του κεφαλαίου στα πιο κερδοφόρα πεδία του πολιτισμού. Επιδίωξη, δηλαδή, της όλης επιχείρησης είναι να πάρει καθολικό, οργανωμένο και συστηματικότερο χαρακτήρα η ανάδειξη των μονοπωλίων της πολιτιστικής βιομηχανίας, των διαφόρων ιδιωτικών Ιδρυμάτων και Κέντρων, ως σωτήρων με το αζημίωτο του «εθνικού πολιτισμού» από την καταστροφή και τη διάλυση, όπως έγινε με το Ιδρυμα Λαμπράκη στο παρελθόν, το Ιδρυμα Νιάρχου, την Google για τις βιβλιοθήκες κ.ά.».
Η «πηγή» του προβλήματος
Το καλοκαίρι του 2012 το Ιδρυμα Νιάρχου ανακοίνωσε το πρόγραμμα με τίτλο «Future Library». Πρόκειται για πρόγραμμα διερεύνησης των αναγκών και λειτουργικής βελτίωσης των δημοτικών και δημόσιων βιβλιοθηκών, με δηλωμένο στόχο «να βοηθήσει τις βιβλιοθήκες να αναλάβουν το ρόλο αστικών κέντρων στις κοινότητές τους».
Ουσιαστικά, πρόκειται για «σύμπραξη» του κεφαλαίου με το αστικό κράτος, με αιχμή την τοπική διοίκηση, στο πλαίσιο που έθεσε ήδη η ΕΕ για τον αγοραίο προσανατολισμό τής -απαραίτητης βέβαια- ψηφιοποίησης των έργων, του λόγου και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε αυτή τη φάση ανάπτυξης της ψηφιοποίησης, το κεφάλαιο και τα «πολιτιστικά» του ιδρύματα εμφανίζονται ως ...«Ρομπέν των Δασών» των δημοτικών και δημόσιων βιβλιοθηκών, οι οποίες έχουν τρομερά προβλήματα, με ευθύνη του κράτους και των τοπικών διοικήσεων, εκμεταλλευόμενοι το ιδεολόγημα της «πολιτιστικής χορηγίας».
Η ΕΕ συμπύκνωσε τη σχετική πολιτική της το Σεπτέμβριο του 2012 με τη «στρατηγική για την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης σε πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς», η οποία αποτελεί ουσιαστικά ένα «εργαλείο» εφαρμογής του αντεργατικού «Συμφώνου για την ανάπτυξη και την απασχόληση», που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2012 από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στον πολιτιστικό τομέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όρο «πολιτιστικοί και δημιουργικοί τομείς» η Επιτροπή εννοεί τις «εταιρείες και άλλες οργανώσεις με δράση στην αρχιτεκτονική, στα καλλιτεχνήματα, στην πολιτιστική κληρονομιά, το σχέδιο, τα φεστιβάλ, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, τη μουσική, τις τέχνες του θεάματος και τις εικαστικές τέχνες, τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες, τις εκδόσεις και το ραδιόφωνο», οι οποίες «αποδίδουν ήδη έως το 4,5% του ΑΕΠ και έως 8,5 εκατομμύρια θέσεων εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση».
Οπως ομολογεί η ίδια, «η νέα στρατηγική της ΕΕ αποσκοπεί στην αύξηση του ανταγωνισμού και του δυναμικού εξαγωγής αυτών των τομέων, καθώς και στη μεγιστοποίηση των συναφών οφελών για άλλους τομείς, όπως η καινοτομία, οι ΤΠΕ (σ.σ. Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας) και η αστική ανάπλαση». Δηλαδή, στοχεύει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται σε αυτούς τους τομείς. Ετσι, η Επιτροπή «ζητά μια σειρά μέτρων για την προώθηση των σωστών συνθηκών που θα συνέβαλαν στην άνθηση των πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων». Αυτές οι «συνθήκες» εστιάζονται «στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, την προώθηση νέων επιχειρησιακών προτύπων, την ανάπτυξη ακροατηρίου, την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και βελτιωμένους συνδέσμους με άλλους τομείς».
Εκεί μαθαίνουμε και το πώς η ΕΕ εκλαμβάνει τη σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του πολιτισμού και της παιδείας με τον ίδιο τρόπο που εκλαμβάνει την εκπαίδευση εν γένει: Ως παραγωγή ημιμαθούς, πάμφθηνου εργατικού δυναμικού με «δεξιότητες» άμεσα συνδεδεμένες με τις κάθε φορά ανάγκες του κεφαλαίου. Το κείμενο αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι «υπάρχει ανάγκη για ενίσχυση των εταιρικών σχέσεων μεταξύ του πολιτιστικού και του δημιουργικού τομέα, των κοινωνικών εταίρων και της παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τόσο μέσω της αρχικής κατάρτισης όσο και της συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης. Αυτό θα πρέπει να παρέχει στον τομέα με το μείγμα των δεξιοτήτων που απαιτούνται για τη δημιουργική επιχειρηματικότητα σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον»!
Αυτό που συμβαίνει λοιπόν με τις δημόσιες βιβλιοθήκες είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής στον πολιτισμό και την παιδεία που αντανακλά τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια, συχνά, αργούν να δημοσιευθούν γιατί πρέπει πρώτα να ελεγχθεί ότι δεν είναι υβριστικά ή διαφημιστικά (κανένας άλλος έλεγχος δεν γίνεται) και επειδή το blog δεν είναι η δουλειά μας, αλλά το "ψώνιο" μας, ελέγχονται μόνο μια φορά τη μέρα.