Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Η μετοχοποίηση της δημοκρατίας

Στήλη Ιος - Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
Τον παλιό καλό καιρό το κενό εξουσίας το κάλυπταν τα τανκς, διορίζοντας υπουργούς τα στελέχη κάποιων πολυεθνικών. Σήμερα, αυτοί που καλούνται να μας "σώσουν" είναι οι ίδιοι οι μεγαλοεπιχειρηματίες.
Το πολιτικό σύστημα της χώρας βρίσκεται σε καθολική κρίση νομιμοποίησης. Η μονομερής ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου των τελευταίων δεκαετιών σε βάρος της μισθωτής εργασίας, των συνταξιούχων κι ενός τμήματος των μικροαστικών στρωμάτων, και μάλιστα από μια κυβέρνηση που εξελέγη υποσχόμενη κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης και φιλολαϊκής αναδιανομής των εισοδημάτων, έχει δημιουργήσει μια πραγματικά εκρηκτική κατάσταση. Το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και μια κοινωνία που διαπιστώνει πως μετατρέπεται επ’ αόριστον σε πειραματόζωο (με βάση τη γνωστή συνταγή του γαϊδάρου του Χότζα), δύσκολα θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο.


Το μαζικό ξέσπασμα της περασμένης Τετάρτης, με τη μεγαλύτερη διαδήλωση των τελευταίων δεκαετιών και τις βίαιες συγκρούσεις που τη συνόδευσαν, αποκάλυψε σε όλη της την έκταση αυτή την κρίση νομιμοποίησης.
Το πάνδημο πένθος για τα τρία αθώα θύματα της εγκληματικής επίθεσης με μολότοφ σε μια τράπεζα εν λειτουργία, και η προσχηματική επίκλησή του απ’ όσους το είδαν σαν μια χρυσή ευκαιρία για να πνίξουν μια και καλή τις λαϊκές αντιδράσεις, δύσκολα μπορεί να κρύψει τη βασική είδηση της ημέρας.
Παρά την εμμονή των καναλιών να μιλάνε για «ειρηνική διαδήλωση» (σε αντιδιαστολή προς τα «έκτροπα»), στην πραγματικότητα, όπως διαπίστωνε όποιος βρισκόταν στο πεζοδρόμιο εκείνες τις ώρες, οι επιθετικές διαθέσεις αγκάλιαζαν το σύνολο σχεδόν όσων κατέβηκαν στους δρόμους. Αυτοί που όρμησαν στη Βουλή δεν ήταν τίποτα αντιεξουσιαστές αλλά άνθρωποι που στην πλειοψηφία τους δεν πρέπει να είχαν ξαναβρεθεί σε δυναμική διαδήλωση.
Πολλοί ρωτούσαν π.χ. «τι είναι αυτό που μας ρίχνουν» (εννοώντας τα δακρυγόνα), ενώ άλλοι διακήρυσσαν μεγαλόφωνα πως, για να τα βγάλουν πέρα με τα ΜΑΤ, την επόμενη φορά «πρέπει να κατεβούν με τα δίκανα». Και δεν ήταν καθόλου κουκουλοφόρος εκείνος ο εξηντάρης με το παλούκι ανά χείρας που, μέσα στους καπνούς των χημικών, εξηγούσε στο κινητό πως «αντί να πεθάνει στο σπίτι του από πείνα προτιμά να πεθάνει πολεμώντας μπροστά στη Βουλή».
Το σύνθημα «είμαστε χιλιάδες, είμαστε πολλοί, σήμερα θα μπούμε όλοι στη Βουλή» δεν το φώναζαν οι «αριστεριστές» αλλά χιλιάδες κόσμου από τα επίσημα μπλοκ των ΔΕΚΟ και της ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου. Οι κραυγές «κλέφτες-κλέφτες» και η προτροπή «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή» έβγαιναν αυθόρμητα από χιλιάδες στόματα.
Ακρως ισοπεδωτικές και πολιτικά αντιδραστικές, αφού στόχος γίνονται όλοι συλλήβδην οι (εκλεγμένοι) «300» κι όχι οι κυβερνήσεις ή οι επιχειρηματίες στους οποίους αυτές έχουν υποταχθεί, οι τελευταίες αυτές κραυγές εκφράζουν κυρίως τη διάχυτη απογοήτευση από την πλήρη υποταγή των εκάστοτε κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών στις πολιτικές επιλογές που μας έφεραν ως εδώ.
Οι «έχοντες και κατέχοντες» (και οι επικοινωνιακές τους εκπροσωπήσεις) διαπιστώνουν έτσι την ανάγκη προετοιμασίας της εναλλακτικής λύσης, αναζήτησης δηλαδή του πολιτικού εκείνου προσωπικού που θα μπορούσε να διαχειριστεί την επώδυνη (για τα λαϊκά στρώματα) μετάβαση προς το άγνωστο. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν έχουν φυσικά τίποτα προδιαγεγραμμένο: τα αφεντικά ψάχνουν κι αυτά στα τυφλά για τη συνταγή που θα εκτρέψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε βολικές (γι’ αυτά) κατευθύνσεις. Το παράδειγμα του Μπερλουσκόνι, στη γειτονική μας Ιταλία, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττο για το είδος του «επικοινωνιακού βοναπαρτισμού» στον οποίο μπορεί να καταλήξουν αυτές οι αναζητήσεις.
Προηγείται βέβαια η προετοιμασία του εδάφους, με τη διάχυση των ευθυνών σε όλους «τους πολιτικούς» (χωρίς ν’ αμφισβητείται η ανάγκη μιας κεντρικής κυβέρνησης, και μάλιστα με στιβαρό χέρι) και την προληπτική καταστολή του «εσωτερικού εχθρού». Τα ηλεκτρονικά -κυρίως- ΜΜΕ, που ευλόγησαν το ξέφρενο πάρτι της Ολυμπιάδας, ύμνησαν τις στρατηγικές επιλογές των κυβερνήσεων Σημίτη-Καραμανλή και το τελευταίο εξάμηνο επέβαλαν (μέσα από ένα πρωτοφανές προπαγανδιστικό μπαράζ) το «μονόδρομο» της υποταγής στη δικτατορία των αγορών, αναδεικνύονται ξανά σε βασικούς μηχανισμούς της «αλλαγής καθεστωτικής φρουράς».

Ο νέος «εσωτερικός εχθρός»
Πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια προληπτικής εξουδετέρωσης όσων φωνών θα μπορούσαν να «εκτρέψουν» τη λαϊκή δυσαρέσκεια προς μια ανεπιθύμητη (για το κεφάλαιο) κατεύθυνση.
Θα πρέπει να είναι κανείς κακόπιστος για να μη διαπιστώσει ότι, παρά τα όρια και τις αδυναμίες τους, οι δυνάμεις της Αριστεράς μας είχαν έγκαιρα προειδοποιήσει για το πού οδηγούσε η «ισχυρή Ελλάδα» των τελευταίων δεκαετιών: είτε πρόκειται για το όργιο της «νόμιμης» διασπάθισης του δημόσιου πλούτου εν ονόματι του "εθνικού στόχου" της Ολυμπιάδας, είτε για το ταξικό περιεχόμενο της οικοδομούμενης «Ευρώπης των αγορών», πάντα υπήρχε κάποιος να σημάνει συναγερμό και να καλέσει σε αντίσταση.
Για τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς μας ηγεμόνες του «μεσαίου χώρου», οι φωνές αυτές ήταν «παλιομοδίτικες», «μίζερες», «προκατειλημμένες», «γραφικές». Σήμερα, που η ιστορική εξέλιξη τις δικαιώνει, οι ίδιοι μηχανισμοί τις αναγορεύουν πλέον (ή μάλλον ξανά) σε «επικίνδυνες» για την «εθνική μας επιβίωση».
Δεν είναι μόνο ο Γιώργος Καρατζαφέρης που, μετά τους «κουκουλοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ», ανακάλυψε τώρα πως και το ΚΚΕ «ό,τι δεν κατόρθωσε επί Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβυτέρου, το προσπαθεί και πάλι τώρα, επί Γεωργίου Παπανδρέου του νεωτέρου», με αποτέλεσμα να «απειλείται» όχι «μόνο η Οικονομία μας, αλλά ενδεχομένως η Δημοκρατία και το Σύνταγμα».
Τα περισσότερα κανάλια, μ’ επικεφαλής το ΣΚΑΪ, έσπευσαν κι αυτά να καταγγείλουν σε κάθε τόνο τους «παρεκτρεπόμενους» διαδηλωτές της περασμένης Τετάρτης σαν εθνικούς προδότες. Σε μια απίστευτη επίδειξη πολιτικής υποτέλειας, ο Πέτρος Ευθυμίου μας εξηγούσε το ίδιο βράδι, από τις συχνότητες του Alter, πως ακόμη και η εικόνα μιας Αθήνας γεμάτης διαδηλωτές και ΜΑΤ είναι απαράδεκτη, αφού ενδεχομένως να μη συνάδει με τα κέφια κάποιου τουριστικού μεγαλοπράκτορα!
Από κοντά και μια μερίδα του Τύπου. «Ουδείς μιλά για αυτούς που δεν οργανώνουν απλώς απεργίες, συχνά δίκαιες, αλλά στήνουν μηχανισμούς διάλυσης και χρεωκοπίας», ξεσπαθώνει στον «Ελεύθερο Τύπο» ο Αγαμέμνων Φαράκος (29/4). «Για αυτούς που εσκεμμένα διώχνουν στον αγύριστο κάθε επενδυτή, διώχνουν τους τουρίστες... Ολα τα προηγούμενα χρόνια έκλεισαν εσκεμμένα κάθε ξένη επένδυση, στο όνομα του αγώνα κατά της πλουτοκρατίας, ρίχνοντας χιλιάδες Έλληνες στην κόλαση της ανεργίας. Μια πραγματική 5η φάλαγγα κατά της Ελλάδας. Ισως καλά να πάθουμε, αφού τους αφήσαμε -νικημένους μάλιστα- να γράψουν αυτοί τη μεταπολεμική Ιστορία της Ελλάδας».
Ο Γιάννης Μαρίνος καταγγέλλει πάλι στο «Βήμα» (2/5) την ανοχή των κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ «στο διαβρωτικό και παραπλανητικό λαϊκισμό των κομμάτων της Αριστεράς», που «προσβλέπουν πάντα στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, σε ανταγωνισμό με τους αναρχικούς»! Τώρα δε, «με την κυβέρνηση αδρανή και αδιάφορη να αφήνει να πολιορκούνται ακόμα και τα ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος από το ΠΑΜΕ», μας διαβεβαιώνει, «βαδίζουμε προς το οικονομικό χάος και την κατάλυση της προβληματικής πιά δημοκρατίας μας».
Οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και της ΟΛΜΕ, αποκαλύπτει στο «Πρώτο Θέμα» (2/5) ο Θέμος Αναστασιάδης, «εφαρμόζουν ένα εμπνευσμένο σχέδιο ολοκληρωτικής διάλυσης της χώρας ενόψει της παλινόρθωσης του (αν)ύπαρκτου κομμουνισμού. [...] Το γεγονός ότι η Αριστερά, ανανεωτική ή μη, έχει ‘φλιπάρει’ και θέλει να τα κάνει όλα γης μαδιάμ μας αφήνει μόνο δυο επιλογές: Η πρώτη είναι να τους σπάσει κάποιος τον τσαμπουκά και να τους βάλει στη θέση τους, καθότι δεν εκπροσωπούν ούτε το 10% του ελληνικού λαού. Υπάρχει όμως κάποιος να τους βάλει στη θέση τους;»
Κι ο κατάλογος των εχθρών του έθνους μεγαλώνει: «Πόσοι ‘διαδηλωτές’ επιστρατεύθηκαν, πόσες φορές, για να παραστήσουν τους ‘Οικολόγους’ και να υπάρξει μεθοδευμένο σαμποτάζ κατά της ενεργειακής αυτονομίας της Ελλάδας;», αναρωτιέται ρητορικά ο Μάκης Δεληπέτρος στην «Απογευματινή (29/4). «Πόσοι ‘αναλυτές’ έβαλαν κατά του ‘Ελληνικού Εθνικισμού’, ώστε να γίνει η χώρα τόπος ανάδειξης θεωριών χωρίς φανερό νόημα και να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός;»

«Εξωσυνταγματικές» επαγγελίες
Πρέπει, λοιπόν, να μπει τάξη. Πρωταγωνιστής στην καμπάνια για την επιβολή της αναδεικνύεται το συγκρότημα Αλαφούζου, με τις (γνωστές και από παλιότερες «αντιτρομοκρατικές» επιδόσεις τους) επώνυμες υπογραφές του.
Χαρακτηριστικό το πολυσυζητημένο άρθρο του Τάσου Τέλλογλου στο protagon.gr (28/4), όπου «διαπιστωνόταν» πως «ο πολιτικός χρόνος αυτής της κυβέρνησης έχει παρέλθει» και σκιαγραφούνταν η επερχόμενη «νέα Μεταπολίτευση»: «Το πιθανότερο είναι ότι και η επόμενη θα έχει ως βασικό κορμό της το ΠΑΣΟΚ. Είναι ανάγκη να έχει πρωθυπουργό τον κ. Παπανδρέου;»
Το ψωμί βρίσκεται στον ιδιότυπο διάλογο που ακολουθεί, δίκην «σχολίων», μεταξύ του συγγραφέα και άλλων συντελεστών του ίδιου πόρταλ:
«Να γίνει δηλαδή συνέδριο και εκλογή άλλου αρχηγού εν μέσω αυτής της απερίγραπτης κατάστασης ή απλώς να παραιτηθεί ο Γιώργος υπέρ κάποιου άλλου – του Χρυσοχοϊδη π.χ.;», αναρωτιέται ο Αρης Δαβαράκης, και ο Τέλλογλου σπεύδει να διευκρινίσει:
«Το ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση για τα μέτρα που θα ανακοινωθούν. Να κάνουμε εκλογές; Δεν είμαστε αυτόχειρες. Αρα τι μένει; Μια κυβέρνηση σαν κι εκείνη του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον Ιούλιο του 1974, από όλους τους πολιτικούς χώρους. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να έχει έκτακτες εξουσίες, για να το πω πιο απλά η χώρα είναι σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς δικτατορία αλλά ορισμένα άρθρα του συντάγματος πρέπει να βγουν ‘εκτός’ ή να ερμηνευτούν ανάλογα. Εκδηλώσεις σαν κι εκείνες του ΠΑΜΕ στον Πειραία πρέπει να δίνεται η δυνατότητα [να] κηρύσσονται αμέσως παράνομες με διαδικασίες αυτόφωρου, πρέπει να περιοριστεί το δικαίωμα της απεργίας αλλά και της διαμαρτυρίας σε ευαίσθητους τομείς. [...] Ο Παπανδρέου είναι ακατάλληλος για να ηγηθεί μιας τέτοιας κυβέρνησης».
Και λίγο αργότερα προσθέτει, ως απάντηση στις διαμαρτυρίες πολλών αναγνωστών: «Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο κάθε λαός έχει τη δημοκρατία που του αξίζει».
Αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις που προκάλεσε η ωμή πρότασή του για συνταγματική εκτροπή, ο εισηγητής θα επιχειρήσει στη συνέχεια (1.5) να σχετικοποιήσει κάπως τα πράγματα. Ακόμη κι εκεί, ωστόσο, επιμένει στον προληπτικό περιορισμό των κινητοποιήσεων: «όλες οι συγκεντρώσεις πρέπει να εγκρίνονται από την αστυνομία».

Από μηχανής Θεός;
Οι αυταρχικές λύσεις θέλουν ωστόσο και τον «γκουρού» τους – που, κατά κανόνα, είναι είτε κάποιος αντιδημοφιλής πολιτικός (βλ. Μεταξάς, Μαρκεζίνης) είτε κάποιος εξωκοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του «επιχειρηματικού κόσμου». Τα περασμένα χρόνια, κάποιοι μας πρότειναν σαν σωτήρα τη «δυναμική» Γιάννα Αγγελοπούλου, που τελικά αποδείχθηκε ικανή να ξετινάξει το δημόσιο ταμείο με τη «λαμπρή» Ολυμπιάδα της. Σήμερα, τα βλέμματα φαίνεται να επικεντρώνονται στο πρόσωπο ενός άλλου πολυσυζητημένου επιχειρηματία: του Ανδρέα Βγενόπουλου της Marfin.
«Ο θυμός της μεσαίας τάξης είναι σήμερα βουβός, αλλά το φθινόπωρο θα γίνει οξύς και κανείς δεν ξέρει πώς θα εκδηλωθεί», εκτιμούσε πρόσφατα ο Αλέξης Παπαχελάς («Καθημερινή» 21.4). «Κάποιοι έμπειροι προβλέπουν ότι τον επόμενο χειμώνα θα είναι λίγοι οι ενεργοί πολιτικοί που θα μπορούν να κυκλοφορούν στο δρόμο χωρίς τον κίνδυνο προπηλακισμού». Εξ ού και η ανάγκη για καναλιζάρισμα αυτής της οργής στη «σωστή» κατεύθυνση:
«Ο κόσμος διψάει για δημόσια πρόσωπα που τα λένε ‘χύμα’, που μοιάζουν έτοιμα να σπάσουν αυγά και έχουν μια πλατφόρμα πολιτικής κάθαρσης. [...] Ο Βγενόπουλος μπορεί να πείθει ή να ακούγεται μονοδιάστατος και απλοϊκός, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η δίψα της κοινωνίας για νεά πρόσωπα που είναι ή δείχνουν ότι είναι έτοιμα να τα βάλουν με το υπάρχον σύστημα και να εκφράσουν ένα μη ξύλινο πολιτικό λόγο».
Εξίσου σαφής είναι, στην ίδια εφημερφίδα, ο Σταύρος Λυγερός (25.4): «Η λαϊκή δυσαρέσκεια συνεχώς συσσωρεύεται και οξύνεται, απειλώντας να συμπαρασύρει το πολιτικό σύστημα. Η ΝΔ δεν αποτελεί εναλλακτική λύση. Πληρώνει το βαρύ τίμημα των ‘αμαρτιών’ της κυβέρνησης Καραμανλή». Ευτυχώς, όμως, «υπάρχει το ενδεχόμενο πρωτοβουλίας εκτός πολιτικού συστήματος. Εδώ και καιρό ο μεγαλοεπιχειρηματίας Ανδρέας Βγενόπουλος αρθρώνει πολιτικό λόγο. Αν και ο ίδιος το αρνείται, πολλοί είναι εκείνοι που προεξοφλούν ότι προετοιμάζει το έδαφος για κάθοδο στον πολιτικό στίβο. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στην ‘Κ’ παλαίμαχος πολιτικός, ‘στο σημείο που έχουμε φθάσει αν βρεθεί μια ομάδα αξιόπιστων προσωπικοτήτων και συγκροτήσει όχι κόμμα αλλά επιτροπή εθνικής σωτηρίας, δεν θα χρειαστεί να πει πολλά στον λαό για να τον προσελκύσει, προβάλλοντας ένα πρόγραμμα αναγέννησης».
Τη σκυτάλη της ακατάσχετης υμνωδίας παίρνει, στο φύλλο της 2.5, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς: «δείγμα ανθρώπινης ποιότητας και ηγετικού χαρίσματος στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, έξω από τις συντεχνίες των επαγγελματιών της πολιτικής», γράφει, η συνέντευξη Βγενόπουλου στο ΣΚΑΪ «για τους νοήμονες Ελληνες ήταν σημάδι ελπίδας».
Από κοντά ο Αρης Δαβαράκης στο protagon.gr (21.4), παλιός συμμαθητής του επιχειρηματία σε «Ιδιωτικόν Εκπαιδευτήριον» του Παλαιού Ψυχικού, αλλά κι ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος που καλοσωρίζει με το δικό του τρόπο το νέο εθνοσωτήρα, συνδέοντας την τελευταία συνέντευξή του με την επέτειο της 21ης Απριλίου: «Τότε τα τανκς του Παπαδόπουλου, τώρα τα ...MIG του Βγενόπουλου. 43 χρόνια μετά, η Ιστορία θα επαναληφθεί με διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετικά μέσα, αλλά με τον αυτό σκοπό: τη Σωτηρία του Τόπου!» Η zougla.gr και η «Veto» του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου αναγορεύουν τέλος τον επιχειρηματία στον «καταλληλότερο να διαχειριστεί τα οικονομικά της χώρας» (2.5).

Κέρδη uber alles
Τι ακριβώς όμως «επαγγέλλεται» ο προβαλλόμενος ως νέος μας «σωτήρας»; Ενα πρώτο δείγμα μας το έδωσε η ανακοίνωσή του την περασμένη Τετάρτη, με αφορμή το φόνο των τριών «συναδέλφων» του: ένα ωμό πολιτικό μανιφέστο κατά των «διαδηλωτών και αναρχικών» που «πολιορκούσαν το κατάστημά του», των «ηθικών αυτουργών που δεν θα τιμωρηθούν ποτέ» και των «ξύλινων πολιτικών λόγων», με αρκετά προφανές το διαταύτα.
Επί της οικονομίας όμως; Αν παρακάμψουμε διάφορα σχόλια γενικής φύσης, που θα μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε εγγράμματος διέθετε τον ίδιο άπλετο τηλεοπτικό χρόνο (και την ευμένεια των παρουσιαστών), οι απόψεις Βγενόπουλου είναι επί της ουσίας η εξής μία: κάτω τα χέρια από τα κέρδη μας.
«Η λέξις επιχειρηματικότητα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι νεκρή», εξηγούσε στους Παπαδημητρίου-Παπαχελά (20.4). «Καταρχήν ξεκινάμε από τη δαιμονοποίηση του κέρδους. Υπάρχει μια θεμιτή απόδοση, πόσο να πούμε, να πούμε ότι είναι 10%, 11%; Μέχρι εκεί το κεφάλαιο πρέπει να το χαϊδεύεις, να το προστατεύεις, να απαντάς στα τηλέφωνα αν είσαι υπουργός, να το βοηθάς με τα φαινόμενα της γραφειοκρατίας, να το βοηθάς. Και από κει και πάνω που αρχίζουνε τα υπερκέρδη, να του βάζεις τη φορολογία».
Οσο για επενδύσεις, πρέπει να τις βάλουν όχι οι ιδιώτες αλλά... το κράτος: «Δεν έχουμε άλλη εναλλακτική λύση παρά να πάμε σε μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, τουλάχιστον για μια περίοδο έως ότου αποκατασταθούν ορισμένες ισορροπίες στην αγορά» (Alter 22/2). Κι αν το τελευταίο έχει στεγνώσει, πάντα υπάρχει κάτι για ξεπούλημα: «Υπό την μορφή των ρευστών προφανώς δεν υπάρχουν» χρήματα, «υπό την μορφή της ακίνητης περιουσίας όμως μπορεί να υπάρξουν». Αλλωστε, «το ΔΝΤ έχει περάσει και από την Ουγγαρία και τα αποτελέσματα ήταν μια χαρά».
Προύπόθεση για μια τέτοια πορεία αποτελεί όμως η πλήρης άλωση του κρατικού μηχανισμού από υπαλλήλους (κυριολεκτικά) του κεφαλαίου: «Οι άνθρωποι που πρέπει να μπούνε στην πολιτική πρέπει να είναι άνθρωποι νεότεροι. Εμείς στον δικό μας όμιλο -που δεν αμφιβάλλω ότι αυτό γίνεται και σε άλλους ομίλους- έχουμε 20 στελέχη πρώτης γραμμής, τα οποία είναι μεταξύ 35 και 45, όπου ο καθένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος από τους περισσότερους υπουργούς».
Προθέσεις σαφείς και ξεκάθαρες. Ευτυχώς, όμως, η Ιστορία δεν γράφεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα σενάρια των «από πάνω» (ή κάποιων μερίδων τους), αλλά και απ’ αυτό που κάποιοι «παλιομοδίτες» εξακολουθούν ν’ αποκαλούν έκβαση της ταξικής πάλης...



Το χαβιάρι μαύρο, το ροκφόρ μουχλιασμένο…
Ενα από τα βασικά τρικ του προπαγανδιστικού μπαράζ υπέρ της βίαιης αναδιάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας, σε βάρος της μισθωτής εργασίας, είναι η ενοχοποίηση όλου συλλήβδην του «ελληνικού λαού» για τα χρόνια της «πλαστής ευημερίας» που εξέπνευσε. Κάποιες όμως φορές, τα παραδείγματα που επιστρατεύονται μας αποκαλύπτουν τον (πραγματικό) κόσμο μέσα στον οποίο ζουν και κινούνται τα επιτελεία αυτής της «επικοινωνιακής» διαχείρισης.
«Νοικοκυριά σε ύφεση» είναι π.χ. ο τίτλος του ρεπορτάζ του «Κ» (της «Καθημερινής» των Αλαφούζου-Παπαχελά), με «τρεις τυπικές ελληνικές οικογένειες» να μας «ανοίγουν τους λογαριασμούς τους» σε καιρό κρίσης (1.2.09). Ιδέα όντως ενδιαφέρουσα – μόνο που παθαίνεις σοκ διαπιστώνοντας τι ακριβώς θεωρείται από την καλή εφημερίδα σαν «τυπική ελληνική οικογένεια»: το «φτωχότερο» από τα τρία δείγματα έχει μηνιαίο εισόδημα 4.475 ευρώ το μήνα, τα δε άλλα 6.883 και μέχρι 30.000 ευρώ!
Οσο για τις επιπτώσεις της κρίσης, αυτές αποτυπώνονται σε μελαγχολικές εξομολογήσεις όπως η παρακάτω: «Αδυνατώ πιά να αγοράσω επώνυμα ρούχα. Πηγαίνω σε δυο πιο οικονομικά μαγαζιά στο Χαλάνδρι, για να πάρω ό,τι χρειάζομαι για τη δουλειά – φτηνομπλουζάκια, τέτοια. Δεν θα πάω πια στου ‘Βάρδα’, όπως συνήθιζα». Με τέτοιο επίπεδο ζωής, λογικό δεν είναι να σφίξουμε κάπως το ζωνάρι προκειμένου, όπως μας καλεί ο κ. Παπακωνσταντίνου, «να σωθεί η χώρα»;

Ανάμεσα στις γραμμές του ίδιου ρεπορτάζ διακρίνουμε ωστόσο -υπό μορφήν «εξόδων»- κάποιους άλλους συμπολίτες μας:
* Η ανώνυμη π.χ. «κοπέλα» που τα καλοκαίρια «προσέχει» τον εννιάχρονο γιο της οικογένειας των 4.475 €, «κοστίζει 100 ευρώ την εβδομάδα». Βγάζει, δηλαδή, μόλις 400 ευρώ το μήνα – για απασχόληση ισόχρονη, υποθέτουμε, με την απουσία των γονέων απ’ το σπίτι.
* Η «γυναίκα για την καθαριότητα στο σπίτι» της ίδιας οικογένειας, που λόγω κρίσης «έρχεται» πια μόνο «κάθε 15 ή ακόμη και 20 μέρες», παίρνει 60 ευρώ το μήνα. Τουτέστιν, έχει μεροκάματο 30 ή 40 ευρώ.
* 15.000 ευρώ το χρόνο (μείον το ΙΚΑ) πληρωνόταν ο υπάλληλος στο μαγαζί της τρίτης οικογένειας, που απολύθηκε λόγω κρίσης, ενώ άγνωστες παραμένουν οι απολαβές του «έκτακτου υπαλλήλου για τις γιορτές» – που φέτος δεν προσλήφθηκε («ούτε καν» αυτός…) στο ίδιο μαγαζί.
* 800 ευρώ είναι ο μηνιαίος μισθός της γυναίκας που απασχολεί η οικογένεια των 6.883 € «για βοήθεια στην κατάκοιτη μητέρα του συζύγου», χωρίς να προσδιορίζεται αν δουλεύει 8ωρο ή 24ωρο.
Οπως δεν μαθαίνουμε τίποτα για τον προϋπολογισμό όσων δουλεύουν στα «ιδιωτικά σχολεία των παιδιών», στο «συνοικιακό κομμωτήριο» που «αντικατέστησε το καλό», στα «απλά ταβερνάκια» και τις «αλυσίδες με φτηνά ρούχα» όπου κατέφυγαν οι εν λόγω μικρομεσαίοι μετά την έκπτωσή τους απ’ τον πρωτοκλασάτο καταναλωτικό παράδεισο. Ενός ολόκληρου κόσμου, δηλαδή, που προφανώς δεν συνυπολογίζεται στις «τυπικές ελληνικές οικογένειες» – και, ως εκ τούτου, το ρεπορτάζ δεν μπαίνει στον κόπο να μας διαφωτίσει πώς τα φέρνει βόλτα.

Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος, ο Σταύρος Θεοδωράκης καταγράφει στο www.protagon.gr (26/4/10) «όσα πρέπει να ξεχάσουμε» πιά: «τα κολωνακιώτικα τακούνια των 485 €», «τα ρολόγια των 13.970 της πλατείας Συντάγματος», «τα δίκλινα έναντι 199 € τη βραδιά», «τα δεκάευρα στα πουρμπουάρ» κ.ο.κ.

Σε ποιους ακριβώς απευθύνεται ο έμπειρος δημοσιογράφος; Απλά μαθηματικά του δημοτικού θα αρκούσαν, πάντως, για να διαπιστώσει πως οι αγοραστές των παραπάνω «αγαθών» δεν πρόκειται να «ξεχάσουν» τίποτα: το πακέτο Παπανδρέου-ΔΝΤ ουδόλως τους θίγει, απεναντίας εκπληρώνει τις πιο μύχιες επιθυμίες τους σε βάρος των μισθωτών (τους). Για την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας «μας», ρε γαμώτο!

Ποιοί ζητούν αίμα στην αρένα

Οσο πιο σκληρά γίνονται τα μέτρα της κυβέρνησης τόσο πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν εδώ και τώρα τιμωρία των «υπευθύνων» και απαιτούν «να κάτσουν στο σκαμνί οι ένοχοι». Το σύνθημα δόθηκε από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος, εκφράζοντας το κοινό αίσθημα, ζήτησε από τον πρωθυπουργό «να παταχθούν όλοι αυτοί που πλούτισαν σε βάρος του ελληνικού λαού», διότι «το αίσθημα της ανομίας είναι διαλυτικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας».
Τη σκυτάλη πήραν τα πρωινάδικα, τα μεσημεριανάδικα και τα βραδινά της τηλεόρασης υποδεικνύοντας κατά βούληση υποψήφιους για λιντσάρισμα. Οι πιο προσεκτικοί αναλυτές περιορίζονται σε γενικές καταγγελίες και ευχές, αλλά οι περισσότεροι δεν διστάζουν να μιλούν με ονόματα, καταγγέλλοντας πρώην πρωθυπουργούς, υπουργούς και κόμματα συλλήβδην.
Μόνο που αυτό που παρουσιάζεται ως πάνδημο αίτημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνήθης τακτική του «αποδιοπομπαίου τράγου», η απόδοση δηλαδή σε κάποια μεμονωμένα πρόσωπα από το παρελθόν της ευθύνης για όσα συμβαίνουν σήμερα. Τα μέσα ενημέρωσης και οι τηλεπαρουσιαστές που επιμένουν σ’ αυτή την εκστρατεία «κάθαρσης» θέλουν καταρχήν να εξασφαλίσουν τα δικά τους νώτα, δηλαδή τη δική τους «ατιμωρησία», εφόσον ήταν εκείνοι που υποστήριζαν τόσα χρόνια με φανατισμό την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική. Και δεν διστάζουν να ετοιμάσουν την αγχόνη για τον πρώην πρωθυπουργό, οι ίδιοι που μέχρι το φθινόπωρο τον λιβάνιζαν προβάλλοντας μια φορά τη βδομάδα δημοσκοπήσεις για την «καταλληλότητά» του. Από την άλλη μεριά, οι ίδιοι τηλεαναλυτές υποθάλπουν τη δημιουργία ενός συλλογικού αισθήματος ενοχής, εφόσον όλοι «κάπου παρανομήσαμε». Μ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η στήριξη των σκληρών μέτρων εφόσον όλοι οι αμαρτωλοί πρέπει να υποστούμε τη δίκαιη τιμωρία.
Πρόκειται για οργανωμένη επιχείρηση αποπροσανατολισμού των πολιτών. Γιατί ο λόγος που οδηγήθηκε η δημοσιονομική κρίση της χώρας σε ακραίο σημείο δεν είναι ότι κάποιοι «τα έφαγαν» με παράνομους τρόπους. Συνέβη κι αυτό, αλλά τα ποσά που δαπανήθηκαν για τον πλουτισμό των ημετέρων ήταν ελάχιστα μπροστά σ’ αυτά που στερήθηκε το δημόσιο από τις επίσημες, νόμιμες και θεσμοθετημένες φοροαπαλλαγές και διευκολύνσεις που έγιναν καθεστώς τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά αυτό το καθεστώς δεν το θίγει ούτε η «τρόικα» ούτε βέβαια η κυβέρνηση. Το αντίθετο μάλιστα. Ετοιμάζεται να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές των κερδών στις εταιρείες, ενώ δεν συζητά καν την αναθεώρηση των δεκάδων φοροαπαλλαγών που διατηρούνται σκανδαλωδώς για τους εφοπλιστές.
Μ’ αυτή την έννοια, οι σημερινοί «ένοχοι» δεν είναι άλλοι από την ίδια την κυβέρνηση και όσοι από το πολιτικό σύστημα παρουσιάζουν τα σημερινά μέτρα ως ανηφορικό μονόδρομο που πρέπει να τον βαδίσουν εκείνοι που ούτως ή άλλως συνεισέφεραν το μεγάλο μερίδιο στα δημόσια έσοδα. Οσοι δείχνουν προς τα πίσω, υποδεικνύοντας το φαύλο πολιτικό προσωπικό του παρελθόντος και εισηγούμενοι τον ανασκολοπισμό ορισμένων στο σωρό, πρώτα πρώτα αποδέχονται την ίδια λογική των μέτρων.
«Πρέπει πρώτα να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν, στέλνοντας τους πρωταίτιους της βαθιάς κρίσης στο εδώλιο του κατηγορουμένου», έγραφε στο κύριο άρθρο του την περασμένη Κυριακή ο Νίκος Χατζηνικολάου. «Πρέπει να δώσουν λόγο για τις άθλιες και προδοτικές τους πράξεις. Και παράλληλα πρέπει να ανοίξουν επιτέλους οι τραπεζικοί λογαριασμοί των επίορκων πολιτικών, για να δημευθούν περιουσίες όσων κατέκλεψαν την ταλαίπωρη πατρίδα».
Μιλάμε δηλαδή για «προδότες», «επίορκους» και «δημεύσεις περιουσιών». Οσο κι αν ακούγεται ανακουφιστικά, η πρόταση δεν παύει να κρύβει την πραγματικότητα.
Θυμίζει έντονα τη χρήση των ίδιων μεθόδων σε περιόδους μεγάλων εθνικών κρίσεων. Θυμίζει τον απαγχονισμό από τους Γερμανούς λίγων μαυραγοριτών στην πλατεία Αγάμων, όταν η δυσβάστακτη κατοχή οδηγούσε τον λαό στην αντίσταση. Θυμίζει ακόμα την απόφαση της χούντας του Ιωαννίδη να οδηγήσει στο εδώλιο τον (επίσης) αρχιπραξικοπηματία Μπαλόπουλο, καταλογίζοντάς του την εισαγωγή σάπιων κρεάτων στη χώρα.
Ούτε η «θυσία» των συνεργατών τους μαυραγοριτών έσωσαν τους Γερμανούς, ούτε η διαπόμπευση του Μπαλόπουλου προσέδωσε λαϊκό έρεισμα στον Ιωαννίδη. Εξαρτάται από την αντίδραση των πολιτών στην επιβολή του πρωτοφανούς αντιλαϊκού πακέτου μέτρων αν αυτή τη φορά θα αρκεστούμε στο αίμα που είναι έτοιμοι να χύσουν στην αρένα οι μέχρι χτες ομοτράπεζοι και μυστικοσύμβουλοι υπουργών και πρωθυπουργών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια, συχνά, αργούν να δημοσιευθούν γιατί πρέπει πρώτα να ελεγχθεί ότι δεν είναι υβριστικά ή διαφημιστικά (κανένας άλλος έλεγχος δεν γίνεται) και επειδή το blog δεν είναι η δουλειά μας, αλλά το "ψώνιο" μας, ελέγχονται μόνο μια φορά τη μέρα.