Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Δυο εκδοχές φιλελευθερισμού

Εδώ που τα λέμε, δεν είναι όλοι οι φιλελευθερισμοί ίδιοι. Υπάρχει ένας φιλελευθερισμός, για παράδειγμα, που κατανοεί ότι η ικανότητα απορρόφησης των κραδασμών που προκαλεί η κρίση στο βιωτικό επίπεδο των χαμηλόμισθων δεν απειλεί το κεφάλαιο --αντιθέτως, το προασπίζει από την προοπτική της βίαιας ανατροπής. Υπάρχει ένας άλλος, πανικόβλητος, κάθιδρος φιλελευθερισμός, που δεν διστάζει να αναστρέψει τα πάντα, να ανακηρύξει την πραγματικότητα φαντασίωση και την φαντασίωση πραγματικότητα, την εμμονική ψύχωση λογική και τη λογική εμμονική ψύχωση, προκειμένου να υπερασπιστεί συμφέροντα που αισθάνονται λιγότερο καθησυχασμένα σε ό,τι αφορά την ανοχή και την κοινωνική συναίνεση. Στο ριγκ του φιλελευθερισμού σήμερα, Καθημερινή για ιθαγενείς εναντίον Καθημερινής για κοσμοπολίτες. http://radicaldesire.blogspot.com


Η μεζούρα της αδικίας
Tου Πασχου Μανδραβελη - Καθημερινή
Μια από τις καταγγελίες των φωνασκούντων συνδικαλιστών είναι ότι την κρίση την πληρώνουν οι εργαζόμενοι και όχι το κεφάλαιο. Δεν εξηγούν ποτέ τι ακριβώς εννοούν με αυτό, αλλά ούτε το τεκμηριώνουν. Απλώς αφήνουν το σύνθημα να πλανάται ως γεγονός. Ετσι δημιουργούν μια αίσθηση αδικίας στον πληθυσμό για να πληθαίνουν οι συγκεντρώσεις τους. Ετσι κι αλλιώς, η αξιολόγηση των συνδικαλιστών, όπως και όλα τα πράγματα στη χώρα, ποτέ δεν γίνεται μακροχρόνια. Ούτε γίνεται με όρους πραγματικής προάσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων ή/και της εθνικής οικονομίας, από την οποία εξάλλου όλοι –και οι εργαζόμενοι– θα ζήσουν. Η αξιολόγηση των συνδικαλιστών είναι βραχυχρόνια και με βάση τα κεφάλια που θα μετρηθούν σε μια διαδήλωση. Νομίζουν ότι όσο πιο ηχηρή είναι η διαμαρτυρία τόσο καλύτερη είναι η συνδικαλιστική δουλειά. Κάπως έτσι δεν έμεινε στην ιστορία ο πρώην πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. Χρήστος Πολυζωγόπουλος; Τον συνεχάρησαν πολλοί το 2001 που απέτρεψε την ελάφρυνση του ασφαλιστικού διά της πρότασης Γιαννίτση. Ηταν μια νίκη πύρρειος και καταστροφική για τους εργαζομένους. Το ασφαλιστικό θα μπορούσε να είχε εξορθολογιστεί όταν το κράτος είχε λεφτά να εξομαλύνει κάποια από τα προβλήματα που αναγκαστικά κάθε μεταρρύθμιση δημιουργεί. Τώρα, ύστερα από εκείνη τη «μεγαλειώδη νίκη του συνδικαλιστικού κινήματος», επιχειρείται ο βίαιος και βεβιασμένος εξορθολογισμός ακριβώς επειδή «δεν έμεινε σάλιο στα ταμεία».
Ετσι λοιπόν και τώρα, την ώρα της μεγάλης κρίσης, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες επιδεικνύουν αυτό που παρατήρησε ο Ρώσος γιατρός Ιβάν Παβλόφ· τα εξαρτημένα ανακλαστικά που δημιουργούν ψυχωσικές συμπεριφορές. Κάθε φορά που ανακοινώνονται μέτρα, είναι πάντα υπέρ του κεφαλαίου και κατά των εργαζομένων. Τι κι αν επιβλήθηκαν δύο έκτακτες εισφορές στα κέρδη των επιχειρήσεων; Τι κι αν ο συντελεστής φορολογίας των μερισμάτων ανέβηκε στο 45%; Τι κι αν εφαρμόζεται η ενιαία κλίμακα; Τα εξαρτημένα ανακλαστικά έχουν ήδη γίνει ψυχωσική συμπεριφορά: «Οι εργαζόμενοι πληρώνουν την κρίση και όχι το κεφάλαιο».
Εδώ λοιπόν υπάρχει μια απορία. Πώς θα αντιδρούσαν άραγε οι εργατοπατέρες αν το Δημόσιο αποφάσιζε να μην πληρώνει επιδόματα και υπερωρίες μέχρι να ξεκαθαριστεί ποιοι τα δικαιούνται και ποιοι όχι; Ολοι γνωρίζουμε ότι οι περισσότερες υπερωρίες είναι πλασματικές και πολλά επιδόματα (όπως εκείνο της «έγκαιρης προσέλευσης») είναι εξωφρενικά (σ.σ.: το παραδέχεται και η ΑΔΕΔΥ· εμμέσως κι αορίστως, αλλά το παραδέχεται ζητώντας το ενιαίο μισθολόγιο). Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, το υπουργείο Οικονομικών να πει ότι «μέχρι να γίνει έκτακτος ή τακτικός έλεγχος στις πληρωμές του κράτους προς τους δημοσίους υπαλλήλους, η καταβολή επιδομάτων και υπερωριών αναστέλλεται μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου»;
Αν πάλι δεν θα έπρεπε να το κάνει, τότε γιατί το κάνει στις επιχειρήσεις αναστέλλοντας την επιστροφή του ΦΠΑ μέχρι τις 30.9.2010; Και να σκεφτεί κανείς ότι το κράτος δεν πληρώνει τα δικά του λεφτά, όπως γίνεται στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά απλώς επιστρέφει τα λεφτά των επιχειρήσεων. Σύμφωνοι! Η κρίση είναι τόσο μεγάλη που απαιτεί έκτακτα και άδικα μέτρα. Απλώς η μεζούρα της αδικίας που κρατούν οι συνδικαλιστές είναι πειραγμένη. Και το κεφάλαιο πληρώνει την κρίση. Μόνο που δεν ακούγεται στις διαδηλώσεις.


Ανώφελη λιτότητα παγκοσμίως
The New York Times

Οταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, οι πολιτικοί αντέδρασαν όπως έπρεπε, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα από τη δεκαετία του 1930. Μείωσαν τα επιτόκια και αύξησαν τις δαπάνες. Η κρίση ήταν σοβαρή, αλλά η αντιμετώπιση ήταν επιτυχής. Δεν ζήσαμε μια μεγάλη ύφεση όπως εκείνη του Μεσοπολέμου.

Τώρα όμως βλέπουμε αρθρογράφους, διεθνείς οργανισμούς και αναλυτές να ζητάνε σε όλο και πιο έντονο ύφος να πάψουν οι κυβερνήσεις να υποστηρίζουν τις οικονομίες τους και να αρχίσουν να τις τιμωρούν. Χαρακτηριστική είναι η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ. Ο ΟΟΣΑ είναι ένας πολύ μετριοπαθής οργανισμός και συνήθως αυτά που υποστηρίζει έχουν ήδη γίνει κοινός τόπος μεταξύ των κυβερνήσεων που τον στηρίζουν. Η έκθεση λοιπόν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οφείλουμε να απεμπλακούμε σταδιακά από τις επεκτατικές οικονομικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν, ώστε να αναθερμανθεί η οικονομική δραστηριότητα και να περάσουμε σε περιοριστικά μέτρα, δημοσιονομικής προσαρμογής. Το συμπέρασμα αυτό δεν έρχεται απλώς σε πλήρη αντίθεση με τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, αλλά και με τις προβλέψεις του ίδιου του οργανισμού.

Για παράδειγμα, προτείνεται η αύξηση των επιτοκίων, ώστε να αναχαιτιστούν οι πληθωριστικές τάσεις. Εντούτοις, ο πληθωρισμός είναι ήδη χαμηλός και μειώνεται ακόμη περισσότερο. Γιατί λοιπόν να αυξηθούν τα επιτόκια; Η απάντηση που φαίνεται να δίνει η έκθεση είναι ότι οι αγορές μπορεί να αρχίσουν να αναμένουν αύξηση του πληθωρισμού, ακόμη και αν δεν πρέπει: «Πρέπει να προσέξουμε την πιθανότητα εκδήλωσης μακροπρόθεσμών πληθωριστικών προβλέψεων στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ, παρά τα όσα δείχνουν τα στοιχεία», επισημαίνεται στην έκθεση. Παρόμοια επιχειρήματα επιστρατεύονται για να δικαιολογηθούν μέτρα λιτότητας. Τόσο τα βιβλία της οικονομικής επιστήμης, όσο και η εμπειρία, έχουν αποδείξει ότι όταν η ανεργία είναι ακόμη υψηλή, τα μέτρα λιτότητας δεν επιτείνουν απλώς την ύφεση, αλλά δεν βοηθούν κιόλας στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, καθώς με τη μείωση των δαπανών, μειώνονται και τα έσοδα από τη φορολόγηση. Ο ΟΟΣΑ μάλιστα προβλέπει ότι η ανεργία θα συνεχίσει να κινείται σε υψηλά επίπεδα για χρόνια ακόμη. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο ζητάει από τις κυβερνήσεις να λάβουν περιοριστικά μέτρα. Γιατί το κάνει; Και πάλι η απάντηση είναι ίδια. Για να δώσει στις αγορές κάτι που δεν θα έπρεπε να ζητούν και πράγματι δεν ζητούν. Οι επενδυτές δεν ανησυχούν καθόλου για την πιθανότητα να μην αποπληρώσει τα χρέη της η Αμερική. Τουναντίον, τα επιτόκια των αμερικανικών ομολόγων βρίσκονται κοντά σε ιστορικά χαμηλά.

Ολα τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται τρελά – και είναι. Πρόκειται όμως για απόψεις που γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς. Την προηγούμενη εβδομάδα, συντηρητικά μέλη της αμερικανικής Βουλής κατάφεραν να επιβάλουν τον περιορισμό της βοήθειας που παρέχεται σε μακροχρόνια ανέργους, φοβούμενοι το δημοσιονομικό κόστος. Ετσι, πολλές οικογένειες θα απολέσουν την πρόσβασή τους σε βασικές υπηρεσίες, όπως η παροχή περίθαλψης, τη στιγμή που δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες θέσεις εργασίας στην αγορά. Ενώ όμως τα οφέλη από την υιοθέτηση τέτοιων περιοριστικών πολιτικών είναι μάλλον προϊόν φαντασίας, το κοινωνικό κόστος που θα έχουν θα είναι πέρα για πέρα αληθινό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια, συχνά, αργούν να δημοσιευθούν γιατί πρέπει πρώτα να ελεγχθεί ότι δεν είναι υβριστικά ή διαφημιστικά (κανένας άλλος έλεγχος δεν γίνεται) και επειδή το blog δεν είναι η δουλειά μας, αλλά το "ψώνιο" μας, ελέγχονται μόνο μια φορά τη μέρα.